ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ – ΥΠ’ΑΡΙΘΜΟΝ 37/2024 ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

Με την υπ’ αριθμόν 37/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, πέτυχαμε την αναστολή ενός ακόμη πλειστηριασμού, εις βάρος της κύριας κατοικίας του εντολέα μας στην Επίδαυρο. Ο πλειστηριασμός επισπευδόταν από εταιρεία διαχείρισης (servicer) για λογαριασμό αλλοδαπού fund. Το ύψος της οφειλής του δανειολήπτη ανερχόταν στο ποσό των 49.715,89 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Αρχικώς, επί της ανακοπής μας για την ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή και της κατασχετήριας έκθεσης εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 31/2024 απορριπτική (και εσφαλμένη) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Κατά της ως άνω απόφασης, προχωρήσαμε εντός της νόμιμης προθεσμίας στην άσκηση έφεσης και αίτησης αναστολής ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Στη συζήτηση της αναστολής, έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί μας και εκδόθηκε τελικώς η υπ’ αριθμόν 37/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, δια της οποίας πετύχαμε την αναστολή του πλειστηριασμού.

Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου έκρινε ότι εσφαλμένως η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε τον σχετικό λόγο ανακοπής μας, δεδομένου ότι η έλλειψη αναφοράς του τιμήματος πώλησης στην περίληψη της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, που έχει καταχωριστεί στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών, συνιστά παράβαση της σχετικής Υπουργικής Απόφασης και έχει ως αποτέλεσμα τη μη απόδειξη της μεταβίβασης των δανείων (συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης απαίτησης) από την Τράπεζα στην Εταιρεία Ειδικού Σκοπού (Fund).

Δείτε παρακάτω ένα απόσπασμα από την υπ’ αριθμόν 37/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι εσφαλμένως και αδίκως απορρίφθηκε η ανακοπή μας σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, δεδομένου ότι το σκεπτικό της υπ’ αριθμόν πρωτόδικης απόφασης ήταν σε πολλά σημεία παντελώς αβάσιμο. Ειδικότερα:

Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι προσκομίσαμε επίσημη απάντηση της Τράπεζας της Ελλάδος ότι δεν έχει τη δυνατότητα (εξουσιοδότηση) να ελέγχει τη τήρηση του ν.3156/2003 και της ΥΑ 20783/2020, η πρωτόδικη απόφαση έκρινε ότι η μη αναγραφή του τιμήματος στην περίληψη της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης που έχει καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών δεν είναι στοιχείο που ελέγχεται δικαστικώς αλλά ανήκει στον εποπτικό έλεγχο της Τράπεζας της Ελλάδος!!! Δείτε παρακάτω:

Επίσης, παρά το γεγονός ότι αναφέραμε στην ανακοπή μας και προσκομίσαμε σχετικό έγγραφο με το οποίο αιτούμασταν προς το Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών να μας απαντήσει εάν καταχωρούνται οι συμβάσεις πώλησης στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών (δεδομένου ότι αυτές δεν καταχωρούνται), η πρωτόδικη απόφαση έκρινε ότι το σχετικό τίμημα πώλησης των δανείων μπορεί να αναζητηθεί από τη σύμβαση πώλησης που είναι καταχωρημένη στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών !!! Δείτε παρακάτω:

Ως εκ τούτου, η απόρριψη πρωτοδίκως μίας ανακοπής δεν θα πρέπει να απογοητεύει τους δανειολήπτες. Η προσφυγή στο Εφετείο αποτελεί δικαίωμα για καθέναν που θεωρεί ότι έχει αδικηθεί πρωτοδίκως από μία εσφαλμένη απόφαση. Στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η σωστή προβολή των λόγων ανακοπής στο αρχικό δικόγραφο ανακοπής, δεδομένου ότι στο Εφετείο δε δύναται να προβληθούν κατά κανόνα νέοι ισχυρισμοί. Επομένως, εφόσον έχουν προβληθεί σωστά οι λόγοι ανακοπής, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι μία απορριπτική απόφαση σε πρώτο βαθμό μπορεί εύκολα να ανατραπεί στο Εφετείο με την κατάλληλη νομική εκπροσώπηση.

ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ

Tομείς Δικαίου

Tομείς Οικονομικής
Δραστηριότητας