Η ΜΙΣΘΩΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΜΕΝΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΜΙΣΘΩΜΕΝΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ

ΜΙΣΘΩΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΜΕΝΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ


Σύμφωνα με το άρθρο 997 ΚΠολΔ: ‘’Μετά την κατάσχεση του ακινήτου η εκμίσθωσή του από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή η παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής του με βάση άλλη έννομη σχέση μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την καταγγελία αυτή η μίσθωση ή άλλη έννομη σχέση λύεται μετά από δύο (2) μήνες και χωρεί η κατά το άρθρο 1005 παρ. 2 εκτέλεση. Δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης κατά το άρθρο 615 ΑΚ δεν θίγεται και η περίληψη εκτελείται κατά του μισθωτή αφού περάσουν οι προθεσμίες του άρθρου αυτού που αρχίζουν αφότου η περίληψη επιδοθεί στο μισθωτή’’.
Πιο απλουστευμένα, στην περίπτωση που εκμισθωθεί ακίνητο εις βάρος του οποίου έχει επιβληθεί κατάσχεση, τότε ο υπερθεματιστής, δηλαδή εκείνος ο οποίος προσέφερε το μεγαλύτερο τίμημα και συνεπώς αγόρασε την κατασχεμένη ακίνητη περιουσία, μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση μέσα σε προθεσμία 2 μηνών, από τη στιγμή που θα μεταγράψει στο Υποθηκοφυλακείο/Κτηματολόγιο τον τίτλο ιδιοκτησίας του (κατακυρωτική έκθεση που έχει συνταχθεί από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού). Ο νόμος ορίζει ότι η λύση της μίσθωσης επέρχεται μετά την πάροδο 2 μηνών από την ως άνω καταγγελία.
Ταυτόχρονα, σε περίπτωση που η μίσθωση δεν αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας (π.χ. μισθωτήριο καταχωρημένο στο taxisnet ή ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης) ή που περιέχει τον όρο ότι σε περίπτωση πώλησης του ακινήτου ή παραχώρησης εμπράγματου δικαιώματος (π.χ. εγγραφής υποθήκης) σε αυτό, ο νέος κτήτορας έχει δικαίωμα να αποβάλει τον μισθωτή, τότε ο νέος ιδιοκτήτης, μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση, με τα αποτελέσματα αυτής να επέρχονται σε 1 μήνα από την καταγγελία εάν αφορά μίσθωση διάρκειας ενός έτους, και σε 2 μήνες εάν η διάρκεια είναι μεγαλύτερη.
Σε περίπτωση καταγγελίας, ο μισθωτής διατηρεί το δικαίωμά του προς αποζημίωση απέναντι στον εκμισθωτή.

ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΜΙΣΘΩΜΕΝΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ

Σύμφωνα με το άρθρο 1009 ΚΠολΔ «Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο έξι μηνών από την καταγγελία. Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο ως κατοικία, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο έξι μηνών από την καταγγελία. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, η καταγγελία δεν είναι δυνατή πριν τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 του Ν 1703/1987 (Α΄ 78) χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή και του υπομιοσθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο για αυτούς».
Συνεπώς, σε περίπτωση που το ακίνητο ήταν μισθωμένο για την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, ο νέος ιδιοκτήτης του ακινήτου, ο οποίος το απέκτησε κατόπιν πλειστηριασμού, (υπερθεματιστής) έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, η οποία λύνεται με το που παρέλθουν έξι μήνες από την καταγγελία.
Σε περίπτωση που το ακίνητο ήταν μισθωμένο ως κατοικία, τότε ισχύουν τα ίδια ως άνω (δηλ. δικαίωμα του νέου κτήτορα για καταγγελία, η οποία επιφέρει τη λύση της μίσθωσης μετά την πάροδο 6 μηνών από αυτήν), με τη διαφορά ότι η καταγγελία δεν είναι δυνατή πριν τη συμπλήρωση τριετίας από την μίσθωση, καθώς αυτό το διάστημα ορίζει ο νόμος ως κατώτατο για τη διάρκεια ισχύος μιας μίσθωσης κατοικίας, ακόμα και στην περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ότι η μίσθωση θα ισχύει για βραχύτερο χρονικό διάστημα.

ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ

Tομείς Δικαίου

Tομείς Οικονομικής
Δραστηριότητας