Οι πρόσφατες υπ’ αριθμ. 2260/2025 και 2261/2025 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) συνιστούν μια καθοριστική εξέλιξη στο πεδίο της διαχείρισης τιτλοποιημένων δανείων και δημιουργούν σοβαρά νομικά ερείσματα υπέρ των δανειοληπτών απέναντι στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers).
Το βασικό επιχείρημα των δανειοληπτών μπορεί να θεμελιωθεί στα εξής σημεία:
1. Η Νομική “Ταυτότητα” των Servicers
Καταρχάς, ο Έλληνας νομοθέτης ναι μεν προσέδωσε στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (ΑΕΔΑΔΠ), την ιδιότητα του χρηματοδοτικού ιδρύματος, πλην όμως αυτό έγινε καθ’ υπέρβαση και κατά παράβαση του ενωσιακού δικαίου και δη 1) του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 (ως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033) και 2) της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ και της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ, όπως αποφάνθηκε το ΣτΕ.
Ειδικότερα, η πάγια πρακτική των servicers (ΕΔΑΔΠ) και η μέχρι πρότινος νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων βασίζονταν στην παραδοχή ότι οι εν λόγω εταιρείες, αν και δεν είναι τράπεζες, εξομοιώνονται με “χρηματοδοτικά ιδρύματα” για τους σκοπούς της λειτουργίας τους και της νομιμοποίησής τους να διαχειρίζονται τα δάνεια. Μάλιστα ο Έλληνας νομοθέτης με την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν.5072/2023 είχε ορίσει ότι:
«Οι διαχειριστές πιστώσεων αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα κατά την έννοια της περ. 26 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού 575/2013/ΕΕ.».
Το ΣτΕ ήρθε να ανατρέψει τα ανωτέρω. Έκρινε ότι οι ΕΔΑΔΠ δεν συνιστούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, διότι ούτε δανειοδοτούν ούτε αναλαμβάνουν πιστωτικό κίνδυνο.
2. Η Ρητή Προϋπόθεση του Νόμου 3156/2003
Το κρίσιμο νομικό σημείο βρίσκεται στη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003, η οποία ορίζει ρητά και περιοριστικά τα πρόσωπα στα οποία μπορεί να ανατεθεί η διαχείριση:
«Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα […] ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής […] είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση […] πριν τη μεταβίβαση…»
3. Το Επιχείρημα Ακυρότητας
Βάσει των αποφάσεων του ΣτΕ, οι δανειολήπτες μπορούν να υποστηρίξουν στα δικαστήρια ότι:
- Οι servicers δεν είναι ούτε “πιστωτικά” ούτε “χρηματοδοτικά” ιδρύματα (όπως έκρινε το ΣτΕ).
- Δεν πληρούν, στις περισσότερες περιπτώσεις, τις προϋποθέσεις του “τρίτου” προσώπου (δεν ήταν εγγυητές ούτε οι αρχικοί διαχειριστές πριν την τιτλοποίηση).
Επομένως, η σύμβαση διαχείρισης που έχουν υπογράψει οι servicers με τα funds είναι άκυρη, διότι καταρτίστηκε κατά παράβαση της ρητής και περιοριστικής διάταξης του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003.
4. Η Νομική Αβεβαιότητα ως Πλεονέκτημα
Το γεγονός ότι το ΣτΕ υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για το θέμα αυτό, ενισχύει τη θέση των δανειοληπτών. Μέχρι να εκδοθεί η οριστική απόφαση του ΔΕΕ, επικρατεί νομική αβεβαιότητα.
Συμπερασματική Προσέγγιση
Οι εξελίξεις αυτές παρέχουν στους δανειολήπτες ισχυρή νομική βάση για:
- την προβολή έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των servicers,
- την αμφισβήτηση της νομιμότητας δικαστικών ενεργειών όπως αγωγές, διαταγές πληρωμής και πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης,
- την ενίσχυση ανακοπών και ενστάσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.
H Εταιρεία μας παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και ήδη αξιοποιεί τη νέα νομολογία προς προάσπιση των δικαιωμάτων των δανειοληπτών, με στοχευμένες δικονομικές παρεμβάσεις σε εκκρεμείς και νέες υποθέσεις.
Για εξειδικευμένη ενημέρωση και αξιολόγηση κάθε υπόθεσης ξεχωριστά, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται σε εμάς.


